ατρύγητος


ατρύγητος
[атригитос] επ. (о винограде) несобранный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ατρύγητος" в других словарях:

  • ἀτρύγητος — masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ατρύγητος — και άτρυγος, η, ο (AM ἀτρύγητος, ον) (για αμπέλια) αυτός που δεν τρυγήθηκε νεοελλ. 1. (για διάφορα κτήματα και κυψέλες) εκείνος του οποίου δεν συγκομίστηκε ο καρπός 2. εκείνος τον οποίο δεν γεύθηκε ή δεν απόλαυσε κάποιος («ατρύγητη ομορφιά») …   Dictionary of Greek

  • ατρύγητος — η, ο επίρρ. α αυτός που δεν τρυγήθηκε: Είχαμε τις κυψέλες ατρύγητες και τα σύκα αμάζευτα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀτρυγήτων — ἀτρύγητος masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άδρεπτος — η, ο (Α ἄδρεπτος, ον) [δρέπω] αυτός που δεν τόν περισυνέλεξαν, άκοπος, ατρύγητος, αμάζευτος …   Dictionary of Greek

  • ατρυγής — ἀτρυγής, ές (Α) ο ατρύγητος …   Dictionary of Greek